ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
«Θεωρώ τη φιλία σπάνιο άνθος , που συντηρείται με πολλή φροντίδα στο θερμοκήπιο της καρδιάς και του πνεύματος …»
Πριν πολλά χρόνια επισκέφτηκα έναν φίλο μου στη Δημητσάνα της Αρκαδίας , με τον οποίο όποτε πήγαινα εκεί κυνηγούσαμε πάντα μαζί . Πολύ μεγάλος στην ηλικία που μου έλεγε διάφορες ιστορίες και περιπέτειες .
(Αγριόχοιροι σε …διακοπές )
« Το καραούλι μου βρίσκεται ψηλότερα, στο ξωκλήσι πριν από το μοναστήρι της Αιμυαλούς,(αφιερωμένο στη γέννηση της Θεοτόκου), πολύ κοντά στο ληνό(σ.σ.παραδοσιακό κτίσμα) των Κολοκοτρωναιων – εκεί που ξεκληρίστηκε η οικογένεια του αδερφού του Θ Κολοκοτρώνη Γεωργακη από την μπαμπεσιά ενός καλόγηρου, την εποχή που παλεύαμε για ελευθερία.
Εκεί κοντά και το σπιτι μου, λιτό όπως όλα τα παλιά αρκαδικά σπίτια, λειτουργικό, με τα απολύτως απαραίτητα. Με υπέροχη βεράντα, αφού τη λούζει το φως της ημέρας από τα ανατολικά. Όταν δεν βρίσκομαι στο καραούλι για τη « μελέτη» των άγριων , αδειάζω το μυαλό μου στη βεράντα- συνήθως εκεί κατά το απομεσήμερο.
Γι’ όλους εμάς που θελουμε να ζούμε λεύτερα στα βουνά, να κυνηγάμε, να κάνουμε τις βόλτες μας και να νιώθουμε την κρύα ανάσα της χαράδρας του Λούσιου ποταμού, ουσιαστικά το κυνήγι δεν τελειώνει ποτέ. Αρχίζει με τη λήξη της κυνηγετικής περιόδου και ολοκληρώνεται με την έναρξη της.» Και συνεχίζει ακούραστος ο μπάρμπα -Γιαννης την αφήγηση του.
« Σε αυτό το μεγάλο διάστημα, τα άγρια τα έχουμε από κοντά, γνωρίζουμε τις συνήθειες τους, τα δρομολόγια τους,το παιχνίδι τους, τον αριθμό της κάθε οικογένειας, τους μονιάδες που γυροφέρνουν το κοπάδι. Ο μικρός αγριόχοιρος βγαίνει με ναζί στο ξέφωτο, κάνει μια γρήγορη βόλτα και επιστρέφει στο πυκνό. Σε λίγο παίζουν μαζί όλα τα αδέλφια της οικογένειας, παλεύουν, δαγκώνονται, κυνηγιούνται, γελάνε. Η μάνα, από την άκρη του πυκνού, επιβλέπει το χώρο, χαίρεται και τα παιδιά της που μεγαλώνουν ανέμελα . Ανά πάσα στιγμή μπορεί να συναντηθούμε στο καταμεσήμερο ή κατά το λυκόφως. Κυκλοφορούν άφοβα, πότε κορδωμένα και πότε ανακατεύοντας για τροφή τους τη γη ή ένα πέτρινο αλώνι, αυτή τη θεϊκή δημιουργία του ανθρώπου που λίκνιζε το στάρι με τα δικράνια για την τροφή του ή βουτώντας πότε στη λάσπη της λουτσας για να δροσιστούν και πότε στις όχθες του ρέματος.

Το καραούλι μου έχει μερικές πέτρινες πλάκες, ιδανικές για την πολύωρη μελέτη τους. Και καθώς βρίσκεται ψηλα, δεν είναι ορατό από το ξέφωτο που σπαταλάνε το χρόνο τους. Ούτε από τους παρακείμενους μπαξέδες με τα άνευ « χημικών» καλούδια είναι ορατό το καραούλι. Γιατί και στους μπαξέδες κάνουν τις επισκέψεις τους ατάραχα. Το παιχνίδι ανοίγει την ορεξη και τα « άτιμα» και πολύ παιχνιδιάρικα είναι, μα και πολλή τροφή αναζητάνε.
Τυχαίνει, την ώρα που βρίσκομαι στο καραούλι, να περνάνε προσκυνητές που πάνε ή έρχονται από τη μονή. Ο κόσμος έχει ανάγκη το «θείο» , φοβάται μοναχός του να «ισιώσει» τον κόσμο και τα βραχιασμένα μοναστήρια προσφέρονται για μεταφυσικές λύσεις. Αρκετοί από αυτούς τους επισκέπτες ρίχνουν τη ματιά τους προς εμένα, απορώντας ίσως : « Τι κάνει τούτος με τις ώρες εκεί καθισμένος;».
Κάποια φορά δεν « άντεξε» κάποιος και με ρώτησε: «Τι κάνετε τόση ώρα καθισμένος εδώ;». Μελετάω, αγαπητέ , την πανίδα της περιοχής! Απομακρύνθηκε κουνώντας το κεφάλι του, ποιος ξέρει τι σκέψεις πέρασαν απ’ το αγιασμένο από την επίσκεψη στη μονή μυαλό του.
Πόσοι άραγε εκτός από τους κυνηγούς γνωρίζουν τόσο καλά την πανίδα μας; Μη μου πείτε οι οικολόγοι, γιατί θα κλάψω! Αυτοί μιλάνε για πανίδα, αποφασίζουν, αν θέλετε, μέσα από τις θέσεις που κατέχουν, διαβάλλουν τη δίκη μας ενασχόληση με ποικίλους τρόπους, αναζητανε κονδύλια για το «θεάρεστο» έργο που επιτελούν- όμως δεν έχουν την επιθυμία ή ακόμα και την υπομονη ή έστω την ικανότητα να αντικρίσουν και να μάθουν πως λειτουργεί ένα κοπάδι αγριόχοιρων . Γιατί απλά, δεν νοιάζονται για την πανίδα…»
Αυτά τα λίγα από το μπάρμπα Γιάννη που δεν θα μπορέσω να ξαναμιλήσω μαζί του μιας και τώρα μας παρακολουθεί από εκεί ψηλα που πάντα του άρεσε να βρίσκεται .
Υ.Γ. Του αφιερώνω αυτά που μου είπε στην τελευταία μας συνάντηση
