ΑΡΤΙΝΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ ΠΕΘΕΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΚΑΚΟΜΕΤΑΧΕΙΡΙΖΟΤΑΝ-Τον Ιούλιο του 1957 ένα έγκλημα συγκλόνισε τα χωριά του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας…

Κοινοποίηση
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Ένας 36χρονος με καταγωγή από τις Πηγές Άρτας σκότωσε την πεθερά του επειδή του φερόταν με βίαιο τρόπο.

Όλα έγιναν στις 3 τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου 1957 στο χωριό Καστράκι του Βάλτου. Ο 36χρονος Γεώργιος Μ. πηγαίνει με την 30χρονη συζυγό του Γιωργία και την 63χρονη πεθερά του Μαριγώ Κ. σε γειτονικό χωράφι για να μαζέψουν καπνό. Η βίαιη συμπεριφορά της πεθερά του κάνει έξω φρενών τον δράστη ο οποίος την μαχαιρώνει θανάσιμα και τραυματίζει την σύζυγό του η οποία μπαίνει στη μέση για να τους χωρίσει.

Η σύζυγος του δράστη, μοναδικός μάρτυρας του φονικού κατέθεσε στους αστυνομικούς:

«Η θεία μου Μαριγώ Κ. η οποία με είχε υιοθετήσει από παιδάκι, είχε αρχίσει με τον άνδρα μου ένα καβγά από την προηγούμενη μέρα. Συνεχώς καταφέρετο με βαριές εκφράσεις και χαρακτηρισμούς κατά τους ανδρός μου. Αυτό δεν ήταν μοναδικό φαινόμενο. Ήταν συνεχές από τότε που με πάντρεψε με τον Γιώργο, τον οποίο για πρώτη φορά γνωρίσαμε στην κατοχή, όπου κατέφυγε καταδιωκόμενος από τους συμμορίτες.

Μάλιστα, πριν 5 χρόνια, για να αποφύγει ο άνδρας μου μεγάλες προστριβές με τη μάνα μου, φύγαμε οικογενειακώς και πήγαμε και εγκατασταθήκαμε στην Άρτα, γιατί ο άνδρας μου είναι Ηπειρώτης και κατάγεται από το χωριό Πηγές. Αλλά μετά από λίγες μέρες, η μάνα μου έστειλε ανθρώπους και ήρθε και μας διαβεβαίωσε ότι δεν θα ξαναενοχλήσει τον άνδρα μου. Δυστυχώς αφού πέρασε λίγος χρόνος, άρχισε πάλι τη γκρίνια της η οποία κατέληξε στο φονικό».

Ο φόνος

«Ξεκινήσαμε από το χωριό στις 2 το πρωί του Σαββάτου, να πάμε να μαζέψουμε καπνό. Η μάνα μου μας ακολούθησε, παρά τις παρακκλήσεις μου να μείνει με τα παιδιά στο σπίτι. Από την ώρα που ξεκινήσαμε από το σπίτι μέχρι να φτάσουμε στο χωράφι, μισή περίπου ώρα, δεν έπαυσε η μάνα μου να βρίζει τον άνδρα μου. Γι’ αυτό πήγαινα πάντα μεταξύ αυτής και του ανδρός μου, φοβούμενη συμπλοκή, γιατί τα πράγματα άρχισαν να παίρνους διαστάσεις.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι, η μάνα μου άρχισε να γίνεται περισσότερο βίαιη και εξεδήλωσε επιθετικές τάσεις. Πήρε μια πέτρα και του την πέταξε. Έπειτα ησυχάσαμε για λίγη ώρα και νόμισα οτι πέρασε ο θυμός της. Αρχίσαμε να μαζεύουμε καπνό, όταν είδα να έχει συμπλακεί με τον άνδρα μου και με το λίγο φως της νύχτας κατάλαβα ότι τον είχε ξαπλώσει στο χώμα.

Τότε άκουσα και τις φωνές της μάνας μου, η οποία είπε: «Μ’ έφαγες σκυλί, δεν το περιμενα αυτό. Να έχεις την κατάρα μου».

Έτρεξαν αμέσως να τους ξεχωρίσω αλλά το κακό είχε γίνει. Ο άντρας μου, με έσπρωξε να φύγω και με τραυμάτισε λίγο στο πρόσωπο.

Δεν επιθυμώ την ποινική δίωξη του ανδρός μου. Λυπάμαι πολύ που σκότωσε τη μάνα μου».

Ο δράστης του φονικού, ο οποίος μετά την πράξη του παραδόθηκε στην αστυνομία είπε:

«Από 12ετίας που παντρεύτηκα την Γεωργία, εγώ και η οικογένειά μου περνούσαμε μαρτυρική ζωή. Αναγκάσθηκα το 1953 να πάρω την οικογένειά μου και να πάω να εγκατασταθώ στην Άρτα. Μεσολάβησαν όμως οι συγγενείς της συζύγου μου και ξαναγύρισα στο χωριό. Ολόκληρη την ημέρα της Παρασκευής, μου έλεγε συνεχώς υβριστικές φράσεις και το πρωί του Σαββάτου, για πρώτη φορά, μας ακολούθησε στο χωράφι όπου πήγα με τη γυναίκα μου και μια εργάτρια για να μαζέψουμε καπνό. Εκεί με άρπαξε από τα μαλλιά και με έριξε στο χώμα. Τότε έβγαλα ασυναίσθητα το μαχαίρι και την σκότωσα. Ανάθεμα την ώρα που γύρισα πάλι από την Άρτα στο χωριό. Λυπάμαι που τη σκότωσα. Έτσι ήτανε γραφτό».

Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, οι κάτοικοι του Καστρακίου περιγράφουν την πεθερά του δράστη, ως μία γυναίκα γεμάτη κακία την οποία μάλιστα ο άνδρας της την είχε εγκαταλείψει από το 1932. Μάλιστα είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον αδερφό της με μια πέτρα για ασήμαντη αφορμή. «Η χωροφυλακή συνιστώσα εις αυτήν να μην αποτελή δημόσιον κίνδυνον διότιν αλλιώς θα την εξεπότιζε».

www.taneatismikrospilias24.com/