Κώστας Λύτρας
Σούρουπο Ιανουαρίου . Κρύο και χαμηλός ουρανός. Οι μνήμες έρχονται στο νου μου, από τα χαμόσπιτα που άναψαν τις λάμπες πετρελαίου . Αναδεύουν φωτίτσες στο σκοτάδι που πέφτει. Αλυχτηματα σκυλιών από μακριά. Αρχίζει να πέφτει λίγο χιόνι και μετά σιωπή. Το πληγωμένο κοτσύφι πηγαίνει από φράχτη σε φράχτη. Το αίμα πάνω στο χιόνι στάλα-στάλα , από τα μπουχαριά ο καπνός τούφες -τούφες στον κρεμασμένο ουρανό. Το χιόνι τώρα πέφτει πιο πυκνό. Κλείσαν οι δρόμοι…
Στην μνήμη μου όμως έμειναν ανοιχτά εκείνα τα μονοπάτια που τα μικρά βηματάκια των παιδιών ακούγονταν να τρέχουν πίσω από τον πατέρα. Όλα αυτά ζουν στις σκέψεις μας στα όνειρα μας στις πιο σιωπηλές μας στιγμές.
Θυμάμαι την ξύλινη πόρτα στην άκρη του χωραφιού ανάμεσα στα αμπέλια με την ζαμπέλα που έχουν τρυγηθεί έμειναν σκόρπια τα ξεραμένα τους φύλλα να τα χαϊδεύει το ψιλό πράσινο χορταράκι που φύτρωσε μετά τις πρώτες βροχές. Στην άκρη του φράχτη, όπου πέσανε τα καρύδια η μνήμη ψάχνει τριγύρω να βρει δυο πετρες.
Μια πέτρα προσήλια ψάχνει να ξεκουραστεί ο παππούς μου, ακίνητος ανάμεσα στο μικρό κοπάδι που κινείται αργά καθώς βόσκει. Τα κατσικάκια παίζουν με τα πιτσιρίκια που τα κυνηγούν και τα τραβούν από τα μπροστινά τους πόδια, σκοντάφτοντας εδώ κι εκεί, λερώνοντας τα ρούχα.
Κι όσο τα θυμάμαι είναι σαν να μην έχουν φύγει ποτέ . Τι παιχνίδια μας παίζει η μνήμη , μας κρατά κοντά σε όσους πια δεν μπορούμε να αγγίξουμε !
Πίσω από τα γυμνά κλαδιά είναι ο ουρανός, μπλε του κοβαλτίου απλωμένο με φαρδύ πινέλο πάνω σε καμβά. Κάποιες πιτσιλιές πεσμένες ανακατεύτηκαν με τους ίσκιους στα παχιά κλαριά μέσα στα κυπαρίσσια. Στον κήπο του κουτσού δίπλα στη βρύση, λίγο πιο κάτω από το μαγαζί του μπάρμπα Ανδρέα, βρίσκεται το ξύλινο κούτσουρο.
Πάνω του ξεκουράζονται οι σκιές από τα κυνήγια, οι αναπάντεχες χαρές και οι απρόσμενες λύπες. Κοντά στην βρύση ο αέρας γέμισε δροσιά. Το χωμα γέμισε νερό. Με τα παπούτσια βρεγμένα η σκέψη προχωρά πλάι στις ακακίες μέχρι το δρόμο απ’ όπου διακρίνονται καλοσχηματισμένα οι γραμμές του λόφου με τις καρυδιές και τις βελανιδιές . Στον ορίζοντα φάνηκε βιαστικά το κοφτό πέταγμα της μπεκάτσας, καθώς γυρίζει πίσω από το πουρνάρι.

Αυτό το πουρνάρι που είχε απλώσει κι έχωσε τις ξεραμενες συκιές κι ενώθηκε με τους γεμάτους θάμνους.
Δίπλα στις κρανιές κάθεται ο παππούς μου με τον σουγιά σκαλίζει μια διχάλα για σφεντόνα. Λίγες-λίγες οι φλούδες πέφτουν στα πόδια του, λίγα -λίγα τα πριονίδια του χρόνου που γίνονται, ένας μικρός σωρός.
Η μπεκάτσα πετάγεται με θόρυβο . Ξοπισω της τα παιδιά ξαφνιασμένα φτάνουν στην ποριά που είναι έτοιμη ν’ ανοίξει …
Στο μονοπάτι της επιστροφής τα βήματα είναι αθόρυβα πάνω στο νοτισμένο χωμα. Ακούγεται μόνο το κελάηδημα του κότσυφα ως αργα. Μουλωμένος μέσα στις πουρναριές δεν φαίνεται καθόλου στην απογευματινή καταχνιά που άρχισε να παγώνει πάνω στα κλαδιά …
Όλα αυτά ζουν στις σκέψεις στα όνειρα μας…
