΄Κάπα ΄΄ το πανωφόρι μιας άλλης εποχής

Κοινοποίηση

Η κάπα ως ένδυμα καθημερινότητας των βοσκών, ανήκει στο παρελθόν και μόνο όσοι έζησαν σε άλλες εποχές και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και πρωτίστως στη νομαδική της μορφή, μπορούν να καταλάβουν τη σημασία της και την αξία της για τους κτηνοτρόφους. Το βαρύ αυτό μάλλινο πανωφόρι με κουκούλα, φτιαγμένο στον αργαλειό, ήταν το πλέον απαραίτητο και χρήσιμο ένδυμα των κτηνοτρόφων. Ήταν το μοναδικό.

Παλτό βοσκού με κουκούλα, από τραγομαλλίσιο υφαντό σε μαύρο χρώμα, ραμμένος από ειδικό ράφτη. Δεν φέρει διακόσμηση. Το ύφασμα έχει υποστεί επεξεργασία για να είναι αδιάβροχο. Βροχή χιονιάς και κρύο δεν το περνούσανε ποτέ. Ο βοσκός εκεί στην κορυφή. Το θυμάμαι σε πολλά χωριά της Ηπείρου ίδια παντού.
Ο έμπειρος Μάστορας επέλεγε πρώτα τα κατάλληλα μαλλιά. Αυτά του προβάτου είναι αδριά, άγρια, σκληρά και όχι μαλακά, έτσι ώστε να απορροφούν όσο το δυνατόν λιγότερο νερό. Τα μαλλιά του γιδιού που χρησιμοποιούνταν σαν υφάδι, ήταν έτσι και αλλιώς σκληρά και καθόλου απορροφητικά. Αυτά έπρεπε να είναι μακριά για να διώχνουν το νερό καλύτερα. Κοντά στις τρεισήμισι οκάδες τραγόμμαλο ήθελε μια κάπα. Κάθε νοικοκυρά, πρόσεχε για την καλή της ύφανση και κυρίως για το ράψιμό της. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στο ράψιμο στο ύψος των ώμων. Εκεί ήταν το πλέον ευαίσθητο σημείο όπου η κάπα μπορούσε να βάλει νερό. Εκτός από τις μακριές, υπήρχαν και κάπες κοντές που φοριούνταν κανονικά σαν σακάκια οι ονομαζόμενες κοντόκαπες. Πέρα από τις κλασσικές κάπες με υφάδι από τραγόμμαλο, πολλοί κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούσαν και κάπες υφασμένες μόνο από μαλλί προβάτου. Ήταν περισσότερο ελαφριές και εύκολο να μεταφερθούν από το τσομπάνο στην καθημερινή πορεία του κοπαδιού. Οι κάπες αυτές χρησιμοποιούνται μόνο όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και δεν έβρεχε. Το μαλλί του προβάτου είναι απορροφητικό και η κάπα δεν μπορεί να είναι αδιάβροχη. (www.dragamesto.gr)

Το έζησα στην ζωή μου όλο το στάδιο κατασκευής της κάπας. Η γιαγιά μου η Δημητρούλα και η θεία μου η Βασίλω ασχολούνταν. Έζησα από την μέρα που αγοράζαν τα μαλλιά, που γνέθανε, που τα κατασκευάζανε στον αργαλειό, μετά το ράψιμο κάτω στο πάτωμα οι ραφτάδες και στο τέλος στο παζάρι στα Γιάννινα να τις πουλήσουν. Φυσικά η χαρά της όταν τις πουλούσε όλες τρομερή. Ο παππούς έλεγε τα καλύτερα. Φυσικά μας έδινε χρήματα σε όλους. Έζησα μέχρι το στάδιο να ξέρω να το κάνω, δηλαδή έμαθα και έραβα. Τι χαρά η γιαγιά δεν λέγεται. Οι ραφτάδες άλλο τόσο χαρούμενοι γιατί ακολουθούσα όλα τους τα βήματα μέχρι και το τίναγμα στο χέρι που κάνανε. Ο παππούς Πάνος καμάρωνε και χαίρονταν για τον εγγονό. Φέρει το όνομά μου τους έλεγε. Ο παππούς σαν κύριο επάγγελμα μυλωνάς με δικό του μύλο στους Πλησιούς Άρτας. Και εκεί καλοεκπαιδευόμενος σαν νέος αφού είχα μάθει να σφυρίζω τις πλάκες του μύλου. Ερχόμουν από φοιτητής από την Πάτρα και μια ολόκληρη εβδομάδα ήμουν στον μύλο να βοηθώ. Στην χαρά του επάνω έλεγε ΄΄σε εσένα θα τον αφήσω΄΄.

Μια φωτογραφία ήταν αυτή που με έκανε όλα αυτά να τα θυμηθώ. Μια φωτογραφία που σε φέρνει 48 χρόνια πίσω. Οι μαύρες κάπες.
Πω πω…
Τι χαρά έκανα τότε όταν έρχονταν η εποχή να έρθουν οι ραφτάδες στο πέτρινο σπίτι της γιαγιάς. Την προηγούμενη όλη την μέρα με την σκούπα στο χέρι ήταν όλοι. Η γιαγιά στην καρέκλα πάνω να μαζέψει τυχόν αράχνες έφερνε όλο το σπίτι γύρα. Δεν θυμάμαι άλλη κουβέντα να είχαν εκείνες τις μέρες. Ιερές για αυτούς στιγμές. Ο παππούς είχε και δική του κάπα ας ήταν και για λίγο καιρό όταν ανέβαινε στους Μελισσουργούς. Αυτές οι εποχές τρέξανε μέσα μου από μια μόνο φωτογραφία. Όπως και με την παραγωγή τσίπουρο στην Σκούπα παρέα με τον πατέρα μου που σας είχα σε προηγούμενο φύλλο περιγράψει.
Θα μου πείτε καθηγητής φροντιστής που κολλάει αυτό σήμερα. Θα πω μια λέξη για απάντηση.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ…
Βρε δεν είμαστε καλά λέω και ξαναλέω μέσα μου. Τι ανακατεύει το μυαλό…

ΛΥΤΡΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΑΠΟΩΗ:.press

Σχετικές δημοσιεύσεις